1954 Ο Μάρκος αρρωσταίνει, παθαίνει παραμορφωτική αρθρίτιδα στα χέρια και πλέον δεν μπορεί να παίξει με δεξιοτεχνία το αγαπημένο του μπουζούκι, όλοι όσοι τον υμνούσαν τον ξεχνούν, οι εταιρίες του γυρνούν την πλάτη και ευνοούν το νέο μουσικό είδος που διαδέχεται το ρεμπέτικο και απηχεί σε περισσότερο κόσμο. ο Μάρκος περνά στα αζήτητα και τον νικά ένα τζουκ-μποξ. Πηγαίνει με τον μικρό του γιο τον Στέλιο σε διάφορες ταβέρνες της Κοκκινιάς, ο Μάρκος παίζει και ο Στέλιος βγάζει πιατάκι μαζεύοντας χρήματα, ο πόνος του γίνεται στοίχος και στην συνέχεια τραγούδι.
Μπροστά ο Μάρκος και πίσω ο 5 χρόνος γιος του Στέλιος με την σφουγγάρα (πιατάκι).
Ένα βράδυ ο καταστηματάρχης δεν άφησε τον Μάρκο να παίξει με το μπουζούκι, το τζουκ-μποξ νίκησε την Φραγκοσυριανή. Αφηγείται ο Στέλιος: "σήμερα δεν θα παίξετε λέει ο καταστηματάρχης. Χολωμένος ο Μάρκος φεύγει με τον γιο του από την παλιά Κοκκινιά για τ’ Άσπρα Χώματα, προχωρώντας πικραμένος και ταπεινωμένος μουρμουρίζει και αυτοσχεδιάζοντας βγαίνει το ωραιότερο τραγούδι του ίσως!!!
Δεν υπάρχει προγενέστερη εκτέλεση, Σύμφωνα με το Στέλιο, ο Μάρκος μονολογούσε τους στίχους ξημερώματα στο δρόμο για το σπίτι, έπειτα από ένα “αποτυχημένο” μεροκάματο, λίγο μετά το 1955.
Όσο για το δρόμο, είναι κάτι σαν Κιουρντί".
Εκεί ο Μάρκος συνάντησε τον Σαρτρ!!!
ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΕΛΠΙΣΤΗΚΑ
Τι πάθος ατελείωτο
που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή
κι εγώ το θάνατό μου
Απελπίστηκα, μανούλα μου,
να υποφέρω,
κουράστηκα μες στη ζωή
τον Χάρο να γυρεύω
Όσο είναι η νύχτα σκοτεινή
έτσι `ναι κι η καρδιά μου
και σαν τη σιγανή βροχή
τρέχουν τα δάκρυά μου
Απελπίστηκα, μανούλα μου,
να υποφέρω,
κουράστηκα μες στη ζωή
τον Χάρο να γυρεύω
Θα πά’ να εύρω μια σπηλιά
με πέτρες και με χώμα,
εκεί θ’ αφήσω κόκαλα,
ζωή, ψυχή και σώμα

















Προσθήκη νέου σχολίου